~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
....................................................................Άνθρωποι και Φύση πάνω από τα κέρδη
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Γράμμα από την Αθήνα

Γράμμα από την Αθήνα

Τρίτη, 1 Αυγούστου 2017

Μυρσίνη Ζορμπά: "Αναζητώντας το ρόδο του Ισπαχάν"

          ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ            
    της Μυρσίνης Ζορμπά *

Ο απόηχος από το ταξίδι με φίλους στο Ιράν φέρνει μαζί του έναν απέραντο θαυμασμό για τον πολιτισμό της αρχαίας Περσίας, την πορεία του Μ. Αλεξάνδρου, τις περιηγήσεις στον ελληνιστικό κόσμο, τη μαγεία των ιστορικών τόπων και του ισλαμικού πολιτισμού με τα επιβλητικά τζαμιά, τους τoυρκουάζ τρούλους, τα μυθικά παλάτια, τα σκεπαστά παζάρια και τις πανέμορφες γέφυρες. Οι αυτοκρατορίες των Αχαιμενιδών, των Σελευκιδών, των Πάρθων, των Σασσανιδών, το Ισλάμ, οι Άραβες, οι Σελτζούκοι, οι Μογγόλοι, οι Σαφαβίδες, οι Χαζάροι έχουν αφήσει βαθιά τα ίχνη τους στο παλίμψηστο του πολιτισμού αυτού του τόπου. 

Από την άλλη μεριά, η δημόσια εικόνα του σύγχρονου Ιράν, σαράντα περίπου χρόνια μετά την Ιρανική επανάσταση και την ανατροπή του καθεστώτος του Σάχη, αποτυπώνεται στη γνωστή πατριαρχική μορφή του πρώτου και επί δεκαετία θρησκευτικού και πολιτικού ηγέτη Αγιατολάχ Χομεϊνί, του ευέξαπτου Μαχμούντ Αχμαντινετζάν, στις πρόσφατες προεδρικές εκλογές και την έκδηλη αγωνία των Ιρανών μέσα κι έξω από το Ιράν για την επανεκλογή του μετριοπαθούς μεταρρυθμιστή προέδρου Χασάν Ρουχανί, στις γυναίκες που είναι υποχρεωτικά καλυμμένες με χιτζάμπ (μαντίλα). Τα δελτία ειδήσεων μεταφέρουν συχνά τις εικόνες του ισλαμικού θεοκρατικού κράτους εν μέσω γεωπολιτικών διενέξεων, αμερικανικών απειλών για τα πυρηνικά, συγκρούσεων με τις ΗΠΑ, το Ισραήλ και τα Εμιράτα. Ωστόσο, σε μια Μέση Ανατολή που συγκλονίζεται από την αστάθεια, τη διάλυση των κρατών και την τρομοκρατία, το Ιράν εμφανίζεται τα τελευταία χρόνια μια χώρα ισχυρή, αναπτυσσόμενη παρά το εμπάργκο που της έχει επιβληθεί και πολιτικά σταθερή με εναλλαγές ηγετών. 


Αν τα παραπάνω αποτελούν μια τυπική εικόνα της χώρας και δεν ανοίγουν καμιά χαραμάδα στη σύγχρονη κοινωνία, το ιρανικό σινεμά είναι εκείνο που μας δίνει τη δυνατότητα να αντιληφθούμε τι συμβαίνει στην πραγματικότητα. Όχι πια στην παγιωμένη στερεοτυπική εικόνα μιας «εξωτικής» χώρας με σπουδαία ιστορία ή σε ένα αινιγματικό θεοκρατικό καθεστώς αλλά στη ρευστή καθημερινή ζωή και στις σχέσεις των ανθρώπων, στο εσωτερικό της οικογένειας, στην ανάγκη για ελευθερία, στο δημόσιο χώρο, στα δικαιώματα των γυναικών, στην ταυτότητα, στις διαφορές πλούτου, στη διαμόρφωση των μεσαίων στρωμάτων. 

Τα κινηματογραφικά έργα του «Νέου Ιρανικού Ρεύματος» είναι ευρύτερα γνωστά τις τελευταίες δεκαετίες. Ενδεικτικά ας θυμηθούμε: Η γεύση του κερασιού και Ο άνεμος θα μας πάρει του Αμπάς Κιαροστάμι, τα Μεθυσμένα άλογα και το Ποιος φοβάται τους γάτους της Περσίας του Μπαχμάν Γκομπαντί, Ο κύκλος του Τζαφάρ Παναχί, Τι απέγινε η Έλι;, Ένας χωρισμός και Ο εμποράκοςτου Ασγκάρ Φαραντί, η Persepolis των Βενσάν Παρονό και Μαρτζιάν Σατραπί, Τα παιδιά του Παραδείσου του Μαζίντ Μαζίντι, Μια αξιοπρεπής οικογένεια του Μασούντ Μπακσί, Η ιστορία της Ναχίντ της Ίντα Παναχαντέχ. Οι ταινίες δεν διστάζουν να σηκώσουν το πέπλο της συντηρητικής κοινωνίας και της φαινομενικής ακινησίας και να δείξουν τις αντιφάσεις, τις εσωτερικές συγκρούσεις και τα συναισθήματα που αφορούν τη δύσκολη ζωή, την απελπισία, το φόβο και τον εξευτελισμό των γυναικών, την ανελευθερία, τη στενότητα της ιδιωτικής ζωής, τη ζωή των κατώτερων φτωχών στρωμάτων αλλά και τις κοινωνικές ανισότητες και διαφορές αντιλήψεων και νοοτροπίας, την υποκρισία, τις σχέσεις της πατριαρχικής οικογένειας και την αντίθεση με τις προοδευτικές ιδέες και την επιθυμία για πολιτισμική αλλαγή, τις διαφορές μιας μεγαλούπολης δεκαοχτώ εκατομμυρίων κατοίκων όπως είναι η Τεχεράνη από τις μικρότερες πιο συντηρητικές πόλεις και την ύπαιθρο, τα κακώς κείμενα της γραφειοκρατίας, τον αυταρχισμό, την αδικία, το μισαλλόδοξο φανατισμό, τα ήθη όπως είναι ο γάμος περιορισμένου χρόνου ή η λογοκρισία στη μουσική και στο θέατρο. 

Η κινηματογραφική βιομηχανία με το «Νέο Ιρανικό Ρεύμα» αποδεικνύεται ιδιαίτερα ισχυρή και ανθεκτική χάρη στη διεθνή αναγνώριση και τα πολλά βραβεία που κερδίζει στα διεθνή φεστιβάλ αλλά και στην απήχηση που βρίσκει στο ευρωπαϊκό κοινό. Πολυάριθμες σχολές και ινστιτούτα κινηματογράφου ανθούν στην ευρύτερη περιοχή της Τεχεράνης, ενώ μεγάλος αριθμός ταινιών παράγεται κάθε χρόνο παρά τους περιορισμούς. Οι ίδιοι όροι ισχύουν συνολικά για την ελεύθερη καλλιτεχνική έκφραση, για τη σύγχρονη μουσική, το θέατρο αλλά και τα εικαστικά, στο βαθμό που ενοχλούν την κατεστημένη κοινωνική και ηθική θρησκευτική αντίληψη. Εξηγήσεις που δικαιολογούν τη λογοκρισία ως αναγκαία απέναντι σε «μια μη ρεαλιστική εικόνα των συνεπειών και των επιτευγμάτων της ισλαμικής Επανάστασης» είναι φυσικό ότι δεν μπορούν να ληφθούν σοβαρά υπόψη.

Έτσι, το τοπίο διαμορφώνεται μέσα από την προληπτική λογοκρισία, τη γραφειοκρατία των αδειών αλλά και καταδικαστικές αποφάσεις δικαστηρίων και φυλακίσεις δημιουργών, απαγόρευση προβολής ταινιών ή πραγματοποίησης συναυλιών, με αποτέλεσμα την αυτοεξορία αρκετών καλλιτεχνών αλλά και την επιμονή άλλων, δείχνοντας τα όρια και τα περιθώρια της πολιτικής αλλά, κυρίως, της πολιτισμικής ανοχής του καθεστώτος. Μια μάχη του παραδοσιακού με το νέο, μια σύγκρουση της νεωτερικότητας με την παράδοση, χαρακτηριστικό γνώρισμα των αντιθέσεων της ίδιας της κοινωνίας της χώρας. Ανάμεσα στους βαθιά συντηρητικούς κύκλους και τον μετριοπαθή αλλά απαραίτητο σαν οξυγόνο εκσυγχρονισμό του προέδρου Χασάν Ρουχανί φαίνεται να διεξάγεται μια αναμέτρηση που δεν αφορά μόνο τις αποφάσεις για τα μεγάλα πολιτικά και οικονομικά ζητήματα της χώρας ή το παιχνίδι εξουσίας ανάμεσα στις διαφορετικές ομάδες του καθεστώτος. Μια αναμέτρηση που έχει χαρακτήρα υπαρξιακό, ιδεολογικό, θρησκευτικό, με τη μορφή εντέλει ενός πολιτισμικού πολέμου που αφορά τις παρεμβάσεις στην ιδιωτική ζωή, την ελευθερία επιλογών των πολιτών στην προσωπική τους ζωή, τον τρόπο σκέψης, την επικοινωνία και το διάλογο με τον έξω κόσμο, την επιβολή ηθικών προτύπων, τις θρησκευτικές υποχρεώσεις, την ελευθερία του λόγου, με μια λέξη την αποδοχή της νεωτερικότητας αλλά ακόμη και τον τρόπο που το καθεστώς αντιλαμβάνεται το ρόλο του και παρεμβαίνει για να οδηγήσει τον κόσμο να κερδίσει μια θέση στον Παράδεισο
 (https://www.youtube.com/watch?v=ZE1qBVPnaJQ). 
Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Χασάν Ρουχανί κέρδισε στις τελευταίες εκλογές, παρά τα φοβικά σύνδρομα και την κινητοποίηση του βαθέως θρησκευτικού κατεστημένου, χάρη στην ψήφο των νέων (έξι εκατομμύρια νέοι ψηφοφόροι άνω των 18 ετών), των πιο προοδευτικών στρωμάτων και του αστικού πληθυσμού των πόλεων που επιθυμούν την επαφή με τον έξω κόσμο, μαθαίνουν με ιδιαίτερη επιμονή αγγλικά, επικοινωνούν έστω και μετ’ εμποδίων μέσω κοινωνικών δικτύων και ίντερνετ, που είναι όμως πολύ φθηνό όπως και όλες οι τηλεπικοινωνίες, και θα ήθελαν να δουν μια πιο ανοιχτή κοινωνία και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις. Προς το παρόν όμως η πρόοδος μπαίνει μόνο από την πλαϊνή είσοδο.


Από τις πρώτες μέρες στην Τεχεράνη, η παρέα μας συμφώνησε χωρίς δυσκολία στα ορατά και προφανή. Μας εξέπληξε ευχάριστα η αίσθηση αυτής της πολύβουης Μητροπολιτικής πόλης με το μεγάλο δίκτυο σύγχρονων αυτοκινητόδρομων, το μετρό, τις δημόσιες συγκοινωνίες, τις σιδηροδρομικές γραμμές, την εντυπωσιακή αρχιτεκτονική, τα εξαιρετικά σχεδιασμένα και φροντισμένα πάρκα, την καθαριότητα. Γνωρίζοντας τους περιορισμούς του εμπάργκο που έχει επιβληθεί στη χώρα, εκτιμήσαμε την προσπάθειά της να βρει ένα δικό της τρόπο οικονομικής ανάπτυξης, να αξιοποιήσει τις πλουτοπαραγωγικές της πηγές, να δημιουργήσει αυτοκινητοβιομηχανία, να εξασφαλίσει την ομαλή λειτουργία της αγοράς. Τα μαγαζιά και τα παζάρια ήταν γεμάτα κόσμο, στα πάρκα οι οικογένειες έκαναν πικ νικ, τα φρούτα και τα λαχανικά στα μανάβικα φρέσκα και πεντανόστιμα, τα κεμπάπ έστω και συνοδευόμενα από μη αλκοολούχα «μπύρα» εξαιρετικά εύγευστα, το ρύζι με σαφράν μοναδικό. Δεν συναντήσαμε παρά ελάχιστους τουρίστες ακόμη και στα κεντρικά καφενεία που σερβίρουν υπέροχο κόκκινο ιρανικό τσάι. Η αξιοπρέπεια και η περηφάνια των ανθρώπων με τους οποίους ανταλλάξαμε λίγες κουβέντες δεν τους εμπόδιζε να είναι πολύ φιλικοί και ανοιχτοί. Το παλάτι του Σάχη μας άρεσε, με την απλότητα της πολυτέλειάς του, ενώ το σπίτι του Αγιατολάχ Χομεϊνί μας εντυπωσίασε για την ταπεινότητα και την ηθική διάσταση που απέπνεε ως επιλογή ενός λαϊκού επαναστατικού καθεστώτος που συγκίνησε εκατομμύρια λαού. Περάσαμε από φτωχές αλλά και πλούσιες συνοικίες, διακρίναμε τον πλούτο και τη φτώχεια αλλά και την αναδυόμενη μεσαία τάξη. Τα παιδιά, στο κέντρο του ενδιαφέροντος και της φροντίδας των οικογενειών, είναι πανταχού παρόντα, ζωηρά και ήρεμα. Το υποχρεωτικό χιτζάμπ των γυναικών είδαμε να φοριέται σε ένα φάσμα εκδοχών, που έδειχναν για ποιες ήταν μια ασφυκτική καταπιεστική υποχρέωση και για ποιες δεν αρκούσε, αφού έριχναν πάνω από τα ρούχα τους το μη υποχρεωτικό μαύρο μανδύα που καλύπτει ολόκληρο το σώμα. Συναντήσαμε στην Κουμ και στο Εσπαχάν, όχι όμως στην Τεχεράνη, κοριτσάκια ακόμη και 7-8 ετών με χιτζάμπ. 

Κοιτάζοντας το χάρτη της χώρας συνειδητοποιήσαμε ότι είναι όσο το μέγεθος της Αγγλίας, Γαλλίας, Ισπανίας, Ιταλίας και Ελβετίας μαζί. Λαμβάνοντας υπόψη και τον πληθυσμό της (80 εκατομμύρια) προσπαθήσαμε να νιώσουμε τη βαθύτερη αίσθηση και την ταυτότητα που συνεπάγεται η γεωπολιτική θέση, το μέγεθος, οι πόροι, οι ιστορικές περιπέτειες και οι σύγχρονες πολιτικές στοχεύσεις. Σε μια Μέση Ανατολή με ανοιχτό το Παλαιστινιακό και εσχάτως τον πόλεμο στη Συρία, με δυτικούς συνοριακούς γείτονες την Τουρκία και το Ιράκ (ο οκτάχρονος πόλεμος με το οποίο στη δεκαετία του ’80 στοίχισε τη ζωή σε 1 εκ. Ιρανούς και 300 χιλ. Ιρακινούς) και με δυτικούς το Αφγανιστάν και το Πακιστάν, νότια τον Περσικό Κόλπο και Βόρεια την Κασπία και την Αρμενία, Αζερμπαϊτζάν, και Τουρκμενιστάν, όλα μοιάζουν να είναι σύνθετα σε μια δύσκολη γεωπολιτική σκακιέρα με ισχυρούς εξωτερικούς παράγοντες τις ΗΠΑ, τη Ρωσία, κ.ά. Κράτη ανίσχυρα ή υπό διάλυση, γείτονες άνισης ισχύος, καταστροφικοί πόλεμοι, τρομοκρατία, θρησκευτικός φονταμενταλισμός, πετρέλαιο, αποτελούν εύφλεκτα υλικά που τροφοδοτούνται από τα τραύματα μιας ασύμμετρης και διχαστικής μεταποικιακής διεθνούς πολιτικής, την αδυναμία της διεθνούς κοινότητας να προσφέρει μεσολάβηση, ασφάλεια, διαιτησία για δίκαιες λύσεις, τις νέες αντιθέσεις που φέρνει η παγκοσμιοποίηση. Η πρόσφατη παρουσία του Τραμπ στη Σ. Αραβία και η συνάντησή του με τους ηγέτες του αραβικού κόσμου, η κρίση με το Κατάρ, ο εμφύλιος στην Υεμένη, οι πωλήσεις όπλων, οι αποκλεισμοί, όλα φέρνουν ρίγη ανασφάλειας. Ο φόβος και η άμυνα ευνοούν τις συντηρητικές πολιτικές σε μια χώρα που φοβάται μην της συμβεί η διάλυση που παρακολουθεί να συμβαίνει γύρω της, που προσπαθεί να διατηρήσει το βασικό κορμό των ιεραρχιών και τη συγκρότηση που θα της επιτρέψουν την πολιτική επιβίωση του καθεστώτος και την κοινωνική σταθερότητα. Πώς μπορεί άραγε να διαβάσει όλα αυτά ένας ταξιδιώτης που δεν γνωρίζει τη γλώσσα, κυριολεκτικά και μεταφορικά, και την ιδιαίτερα επιβαρυμένη ιστορία των σύνθετων εξελίξεων αυτής της πυκνής σε μηνύματα περιοχής και αναζητά ένα νήμα ερμηνείας των όσων βλέπει και ακούει; Παρατηρώντας, ακούγοντας, διαβάζοντας, συγκεντρώνοντας επιχειρήματα και συστηματοποιώντας πληροφορίες και εντυπώσεις, συγκρίνοντας, επαληθεύοντας και απορρίπτοντας ερμηνείες, δηλαδή με όλους τους αναγκαίους τρόπους, με πολλή αβεβαιότητα, διαίσθηση, φιλομάθεια και διάλογο. 


Για χρόνια διέκρινα το περίπτερο του Ιράν στις διεθνείς εκθέσεις βιβλίου και είχα την αίσθηση πως η χώρα αυτή διατηρεί ιδιαίτερο σεβασμό στο βιβλίο. Κοράνι και Βίβλος ακολούθησαν παράλληλη πορεία σ’ αυτή την κατεύθυνση ως τα κατεξοχήν ιερά βιβλία, αλλά και στον εγγραμματισμό και στην εκπαίδευση. Ωστόσο η Εθνική Βιβλιοθήκη και τα Κρατικά Αρχεία στην Τεχεράνη ξεπερνούν κάθε προσδοκία. Με γυναίκα επικεφαλής, με σύγχρονη αρχιτεκτονική αντίληψη, υψηλές προδιαγραφές και τεχνολογική υποδομή, μέσα σε ένα μεγάλο φροντισμένο καταπράσινο πάρκο και ανοιχτή για τους ερευνητές εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο, η Εθνική Βιβλιοθήκη δεν προκαλεί μόνο το θαυμασμό αλλά δείχνει και τη σημασία που δίνει η χώρα στην έρευνα και στην τεκμηρίωση. Σε μια άλλη πόλη επίσης, την Κουμ, η επίσκεψη σε μια ιστορική βιβλιοθήκη με χιλιάδες χειρόγραφα και σπάνιες εκδόσεις του Ισλαμικού πολιτισμού: ήταν εντυπωσιακά τα εργαστήρια συντήρησης και ο συστηματικός τρόπος δουλειάς για τη διάσωση των χειρογράφων. 

Ωστόσο, οι συζητήσεις για βιβλία και θεωρητικές προσεγγίσεις με καθηγητές από το δημόσιο Πανεπιστήμιο (ενός από τα πολλά που διαθέτει η Τεχεράνη) οδήγησε και αυτή τη φορά σε ευρύτερα μονοπάτια της σκέψης που ανακινούν σημαντικά ζητήματα, προβληματισμό και διαφορετικές προσεγγίσεις. Οι αφορμές ήταν πολλές και θα προσπαθήσω να τις συνοψίσω εδώ με συντομία. Μια πρώτη συζήτηση αφορούσε τη χαρακτηριστική διάκριση Ανατολής - Δύσης, που μαζί με την Αμερική συμπαρέσυρε και την Ευρώπη στο σύνολό της. Αυτό οδηγούσε στη συνέχεια στη μεγάλη καχυποψία που εκφραζόταν για τη φιλελεύθερη δημοκρατία με τη συμβατική παρατήρηση ότι «καλή» η ελευθερία του λόγου αλλά τι γίνεται μετά απ’ αυτήν, καθώς και την υπενθύμιση ότι οι δημοκρατίες φέρονται αντιδημοκρατικά. Στη διαδικασία της συζήτησης προέκυπτε ότι οι Ιρανοί συνομιλητές μας ταύτιζαν τη φυσική τάξη με τη θρησκευτική και την κοινωνική τάξη. Αυτό δεν επέτρεπε περιθώριο διάκρισης ανάμεσα στο δημόσιο και το ιδιωτικό. Ως συνέπεια, τα ανθρώπινα δικαιώματα αντιμετωπίζονταν σαν δυτική επινόηση και καθαρή εργαλειακή προπαγάνδα, αφού δημόσιο σημαίνει την εφαρμογή των ηθικών θρησκευτικών κανόνων και αυτό επιβάλλεται και επί του ιδιωτικού, οπότε η γυναικεία χειραφέτηση, οι προγαμιαίες σχέσεις, το διαζύγιο, η μονογονεϊκή οικογένεια, η έκτρωση, η ομοφυλοφιλία αποτελούν όχι δικαιώματα αλλά διαταραχές της νεωτερικότητας, που κι αυτή με τη σειρά της είναι έννοια επινοημένη για να δικαιολογήσει τον εκφυλισμό της Δύσης και πρέπει να αποφεύγεται ως μολυσματική. Τα δικαιώματα των γυναικών, άλλωστε, δεν είναι άλλα από εκείνα προς το σύζυγο, τα παιδιά και το κράτος. Σταδιακά επίσης αντιληφθήκαμε ότι σ’ αυτή την προσέγγιση, η κουλτούρα ταυτίζεται με τη θρησκεία χωρίς κανένα περιθώριο διαφοροποίησης. Απλώς, κουλτούρα είναι η θρησκεία, δεδομένου ότι αυτή η τελευταία καλύπτει το έδαφος της φιλοσοφίας της ζωής, των ηθικών αξιών και της ανθρώπινης υπόστασης, αποτελώντας το φωτεινό ορίζοντα προς τον οποίο πρέπει να στρέφονται όλοι οι άνθρωποι. Γι’ αυτό και ό,τι διαφεύγει της θρησκείας, άρα και της θείας τάξης, αποτελεί πολιτισμική ή διανοητική διαταραχή, μια αρρώστια, παραλογισμό και παραφωνία, παράνοια έξω από τα επιτρεπτά όρια, που επιφέρει έως και την ανάγκη για ψυχιατρείο. Στην παρατήρηση της κοσμικής διάστασης της πλειονότητας των σύγχρονων κρατών και της διακυβέρνησής τους, η απάντηση ήταν ότι ενυπάρχει ένα μήνυμα και μια θεία αποστολή που επιτελείται μέσω της διακυβέρνησης αλλά και των επιστημών κι ότι η κοσμική διάσταση είναι μια κατασκευασμένη τεχνητή προπαγάνδα της νεωτερικότητας που παραγνωρίζει τη φυσική τάξη, η οποία αποτελεί τη βάση των ανθρώπινων ενστίκτων. Ιδιαίτερα οι κοινωνικές επιστήμες μέσα στην πολυδιάσπασή τους δεν εξυπηρετούν πια την αλήθεια που είναι μία, καθώς προκύπτει από τη θεία αποστολή και το μήνυμα που αυτή μεταφέρει. Ένα μήνυμα που τελικά θα επικρατήσει φτάνει να υπάρχει υπομονή, δεδομένου ότι θεός και επανάσταση αποτελούν μια υπέρτατη δύναμη. Από το σημείο αυτό επιστρέφαμε κυκλικά στην αρχή της συζήτησης, διαδρομή που την κάναμε αρκετές φορές μέσα στις επόμενες ημέρες, καταναλώνοντας τα δροσερά κεράσια και ροδάκινα μαζί με αλλεπάλληλα φλιτζάνια ζεστού ιρανικού τσαγιού που οι ευγενικοί οικοδεσπότες μας προσέφεραν μαζί με την απέραντη υπομονή και επιμονή τους σ’ αυτές τις πολύωρες συζητήσεις που έμοιαζαν παράλληλοι μονόλογοι. 

Στο σημείο αυτό, η παρέα μας χωρίστηκε σε αισιόδοξους και απαισιόδοξους. Άλλοι έβλεπαν σωστή την κριτική που ασκούσαν στην Ευρώπη οι οικοδεσπότες μας, άλλοι θεώρησαν ενδιαφέρον ιστορικό παράδειγμα για ανάλυση την Αποκαλυπτική λογική της Επανάστασης, ορισμένοι αναρωτήθηκαν εάν θα ήταν δυνατό ο διάλογος να περιοριστεί σε πιο συγκεκριμένα και λιγότερο φιλοσοφικά ζητήματα ώστε να προκύψει χρησιμότητα. Η πιο απαισιόδοξη εκδοχή έβλεπε την αδυναμία θεμελίωσης ενός διαλόγου πάνω σε μια πολιτική φιλοσοφία που αντλούσε από τη θεία αποστολή και απέκλειε με τον τρόπο αυτό τη φιλελεύθερη δημοκρατία. Κάποιος μίλησε για μανιχαϊσμό που δεν μπορεί να διακρίνει τις αποχρώσεις των εννοιών και τα βλέπει όλα άσπρο-μαύρο, ο φιλότιμος διερμηνέας αναζήτησε τη λέξη και τον ορισμό στο λεξικό της google αλλά βρήκε μόνο τη θρησκεία των Μανιχαίων και όχι τη μεταφορική έννοια της λέξης και, ακόμη κι αυτό το μικρό παράδειγμα, έδειξε πόσο σύνθετη πολιτισμικά ήταν η όλη προσπάθεια του διαλόγου. Παρά ταύτα, το λαμπρό πνεύμα του Αβικέννα, που έζησε στα μέρη αυτά πριν από καμιά δεκαριά αιώνες, γνωστού για τα έργα του γύρω από τη φιλοσοφία, τη λογική, τις φυσικές επιστήμες, τα μαθηματικά, την ιατρική, συνθέτοντας αριστοτελικές και πλατωνικές ιδέες, έμοιαζε να ανακαλεί τη διάθεση για διάλογο στις συζητήσεις αυτές που ανίχνευαν τις αμυδρές δυνατότητες επικοινωνίας ως αναγκαίου μέσου κατανόησης ενός διαφορετικού από το δικό μας τρόπου σκέψης και κόσμου. Μάλιστα το «παράδειγμα του ιπτάμενου ανθρώπου» του Αβικέννα, ο οποίος μπορεί ακόμη και αν αδυνατεί να χρησιμοποιήσει τις αισθήσεις του να γνωρίζει ότι υπάρχει, χάρη στην αυτοσυνείδησή του, ενίσχυε τη συνέχιση της συζήτησης.

Άλλωστε, αυτή ήταν μια συζήτηση πάνω σε επίδικα θέματα που τίθενται και από τους ανώτερους ηγέτες της χώρας, τον πρόσφατα εκλεγέντα για δεύτερη φορά Χασάν Ρουχανί και τον υπέρτατο θρησκευτικό ηγέτη της χώρας, τον Αγιατολάχ Αλί Χαμενεϊ. Ο Ρουχανί δήλωνε ότι το Ισλάμ δεν έχει σύνορα στις επιστήμες, τη γνώση, την έρευνα, τις τεχνολογίες. Αντίθετα ο Χαμενεϊ υπενθύμιζε, με αφορμή την υπογραφή από τον πρόεδρο Ρουχανί της ατζέντας Ουνέσκο 2030 για την εκπαίδευση ότι «η βάση στη χώρα είναι το Ισλάμ και το Κοράνι. Δεν είμαστε μια χώρα όπου ο ελαττωματικός, διεφθαρμένος και καταστρεπτικός δυτικός τρόπος ζωής θα επιτρέπουμε να επεκτείνει την επιρροή του». Η απάντηση του Ρουχανί ήταν ότι η κυβέρνησή του «θα παραμείνει αφοσιωμένη στην εκπαιδευτική ατζέντα Ουνέσκο 2030 μέσα στο πλαίσιο της ιρανικής κουλτούρας και του νόμου». Ένας διάλογος που αποδεικνύει την πολιτική αναμέτρηση πάνω σε σημαντικά για την πρόοδο της χώρας ζητήματα. Παρόμοιες συζητήσεις που έγιναν πεδίο αντιπαράθεσης αφορούσαν την ισλαμοποίηση των ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών στα πανεπιστήμια, την ελευθερία χρήσης του ίντερνετ και των κοινωνικών δικτύων, παρεμβάσεις στην ιδιωτική ζωή, την επέκταση της θρησκείας σε κοινωνικά ζητήματα, παρεμβάσεις της αστυνομίας σε γυναίκες και νέους για απρεπή συμπεριφορά, τις εκλογές σε αντιδιαστολή με τη θεία αποστολή ως μέσο διακυβέρνησης, τη συμμετοχή των γυναικών στο υπουργικό συμβούλιο. Ο Ρουχανί δηλώνει ότι δεν είναι αποκλειστικά δυτικές πεποιθήσεις αλλά ότι η ψήφος του λαού και οι εκλογές είναι μέσα στην παράδοση του Ισλάμ. 


Βγαίνοντας από την Τεχεράνη, καθώς το κυκλοφοριακό είναι πολύ επιβαρυμένο και τα αυτοκίνητα προχωρούν με χαμηλές ταχύτητες, μια ματιά γύρω σε κάνει να δεις πως οι περισσότερες γυναίκες, είτε οδηγούν είτε όχι, νιώθουν πιο ελεύθερες να κατεβάσουν χαμηλά τη μαντίλα στο λαιμό τους. Αυτό αποτελεί βέβαια ένα φλέγον ζήτημα, καθώς τα επιχειρήματα γύρω από το κατά πόσον το αυτοκίνητο αποτελεί, όπως το σπίτι (στο οποίο επιτρέπεται να κυκλοφορούν ασκεπείς), ιδιωτικό χώρο ή όχι έχουν λάβει κωμικοτραγικές διαστάσεις. Λίγο έξω από την Τεχεράνη διασχίζει κανείς για πολλά χιλιόμετρα μια εκτεταμένη έρημο και, φτάνοντας στο Ισπαχάν αντικρίζεις μεγάλες δασικές εκτάσεις που φυτεύονται με ιδιαίτερη φροντίδα και επιμέλεια, προκειμένου η πόλη να αποφύγει τη σκόνη της ερήμου που την ταλαιπωρεί. Με φτηνή βενζίνη ο κόσμος ταξιδεύει εύκολα και υπερσύγχρονοι σταθμοί με εξαιρετική εξυπηρέτηση εξασφαλίζουν στους ταξιδιώτες καταστήματα για ψώνια, ωραίο φαγητό και άνετες εγκαταστάσεις. Έξω από την Τεχεράνη, σε μικρότερες πόλεις, η αίσθηση της διαφοράς στην ατμόσφαιρα της ελευθερίας και των νοοτροπιών είναι αισθητή, καθώς πυκνώνουν οι γυναίκες που είναι τυλιγμένες με μαύρους μανδύες. Ωστόσο, το Ισπαχάν είναι μια πόλη με περισσότερους από ενάμισι εκατομμύριο κατοίκους και ονειρική ομορφιά. Από την εποχή των Πάρθων αποτέλεσε εμπορικό κέντρο χάρη στο ποτάμι που τη διασχίζει. Τον πληθυσμό της συνέθεταν Εβραϊκές, ζωροαστρικές, χριστιανικές, αρμένικες κοινότητες και αργότερα προστέθηκαν Άραβες μουσουλμάνοι. Με πρώιμο σχεδιασμό, η πόλη διέθετε μεγάλο αριθμό από τζαμιά, καραβανσεράια, δημόσια μπάνια, θρησκευτικά σχολεία αλλά και χριστιανικές εκκλησίες, αδελφότητες Σούφι και δερβίσηδων. Και μόνο η επίσκεψη στην τεράστιου μεγέθους κεντρική πλατεία της πόλης με τα εξαιρετικά αρχιτεκτονήματα των δύο τζαμιών, που ξεγελούν το μάτι με την προοπτική τους, το παλάτι των Σασσανιδών που υψώνεται αέρινο στο κέντρο της μιας πλευράς της πλατείας και ένα γύρω το τεράστιο παζάρι, αρκεί για να συνεπάρει τον ταξιδιώτη. Οι τοιχογραφίες με Ολλανδούς αλλά και Κινέζους εμπόρους στο παλάτι, δείχνουν την κεντρικότητα αυτής της πόλης στον παγκόσμιο εμπορικό χάρτη πριν από την εποχή της παγκοσμιοποίησης.


Μια βόλτα στην πλατεία κατά τη Δύση του ήλιου και με τα πρώτα φώτα είναι μαγευτική. Οικογένειες καθισμένες στο χορταράκι κάνουν πικ νικ και, βλέποντάς σε ξένο, σε προσκαλούν να μοιραστείς τα ζουμερά φρούτα που διαθέτουν και να τους πεις τις εντυπώσεις σου από τη χώρα τους. Νεαρά κορίτσια και αγόρια (που κυκλοφορούν χωριστά γιατί απαγορεύεται η μεικτή παρέα στο δημόσιο χώρο), γεμάτα φιλική διάθεση και προσδοκία, μας έπιασαν κουβέντα εξασκώντας τα αγγλικά τους. Όταν φτάσαμε στην πλατεία, ένα πλήθος γυναικών ξεχυνόταν ορμητικό από μια επίσημη συγκέντρωση για το «χιτζάμπ και την αγνότητα». Τεράστια πανώ μας πληροφορούσαν στα φαρσί και στα αγγλικά ότι «το ισλαμικό χιτζάμπ είναι ένα αποτελεσματικό μέσο προστασίας και διατήρησης της ανθρώπινης καθαρότητας». Ρωτώντας, μάθαμε ότι πρόκειται για έναν ετήσιο θεσμό σε ανάμνηση της διαμαρτυρίας εναντίον της υποχρεωτικής απαγόρευσης του χιτζάμπ που είχε διατάξει ο Σάχης το 1935 και που είχε στοιχίσει τότε τη ζωή σε αρκετούς διαδηλωτές. Πριν από δυο τρία χρόνια, η αντίστροφη λογική οδήγησε σε επιθέσεις με οξύ εναντίον γυναικών, επειδή δεν φορούσαν το χιτζάμπ όσο σωστά θα έπρεπε. Οι διαμαρτυρίες προς την αστυνομία, διότι δεν κατάφερε να συλλάβει κανέναν από τους δράστες, δεν έφεραν αποτέλεσμα. Η ιστορία εκδικείται αλλά και δεν σταματά σε καμία περίπτωση, διεκδικώντας το σήμερα μέσα από τις βαθύτερες ανάγκες των ανθρώπων.


Η απευθείας πτήση της Aegean για την Αθήνα διαρκεί μόνο τρεισήμισι ώρες. Πετώντας για την Τεχεράνη το αεροπλάνο είχε ελάχιστους επιβάτες αλλά, αντίθετα, η πτήση προς Αθήνα ήταν γεμάτη οικογένειες με παιδιά, νεαρές και νεαρούς που έρχονταν στην Ελλάδα για διακοπές. Οι περισσότεροι είχαν ανταποκρίσεις για τα νησιά, Μύκονο, Σαντορίνη, Κρήτη. Ήταν εντυπωσιακό πώς μπήκαν στο αεροπλάνο ντυμένες οι γυναίκες, νεαρές ή πιο ώριμες, και πόσο διαφορετικές βγήκαν όταν φτάσαμε στο Βενιζέλος. Η κάψουλα του χρόνου λειτούργησε θεαματικά. Τα μαντίλια στο κεφάλι είχαν εξαφανιστεί, τα εξωτερικά μακριά και μακρυμάνικα ρούχα είχαν μπει στην τσάντα και δεν διέκρινες καμία διαφορά από το ντύσιμο στο οποίο είμαστε συνηθισμένοι. Δυο διαφορετικοί κόσμοι, δυο διαφορετικοί τρόποι ζωής που προσπαθούν να επικοινωνήσουν εγκαταλείποντας τα διακριτικά σήματα που δεν έχουν νόημα γι’ αυτούς πια. Αναζητώντας το ρόδο του Ισπαχάν στα απλά και τα καθημερινά, είναι ίσως ο καλύτερος τρόπος να αλλάξει ο κόσμος, που επιμένει να μην αλλάζει μέσα από τις απαγορεύσεις, το φόβο και τα επιχειρήματα των θεωρητικών συζητήσεων. 

Πατώντας το πόδι μου στην Αθήνα, σκεφτόμουν πως αυτή τη χρονιά η συγκυρία το έφερε να έρθω σε επαφή με τρεις χώρες που έζησαν επαναστάσεις τον 20ό αιώνα. Κούβα, Αλγερία, Ιράν. Πολύ διαφορετικές, πολύ ανόμοιες κι όμως, η νοσταλγία εκείνων των επαναστατικών ιδεών μέσα στο νου μας, θαμπώνει εξίσου σε όλες τις περιπτώσεις από τη διάψευση των νεανικών ουτοπικών οραμάτων για μια πιο δίκαιη κοινωνία. Είναι ένα μάθημα που ευτυχώς δεν μας κόστισε όσο σε εκείνες και εκείνους που το έζησαν, όχι σαν όραμα αλλά σαν πραγματικότητα. Το μυαλό μου και το συναίσθημα είναι κοντά τους, όσο κι αν αυτό δεν αλλάζει κάτι.

* (πρώτη δημοσίευση: περιοδικό ΧΡΟΝΟΣ, 23 Ιουλίου 2017)

_____________



Η Μυρσίνη Ζορµπά είναι διδάκτωρ πολιτικών επιστηµών και ερευνήτρια πολιτισµικής πολιτικής. Σπούδασε νοµικά στο Πανεπιστήµιο Αθηνών και στο µεταπτυχιακό τµήµα Φιλοσοφίας του Δικαίου στο Πανεπιστήµιο της Ρώµης. Υπήρξε µέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (2000-2004). Διετέλεσε διευθύντρια του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου (1995-1999). Υπήρξε συνεκδότρια του εκδοτικού οίκου Οδυσσέας, του οποίου την εκδοτική παραγωγή διηύθυνε επί δύο δεκαετίες, ενώ επιµελήθηκε και µετέφρασε πολυάριθµα βιβλία. Διετέλεσε διευθύντρια του Βιοµηχανικού Μουσείου Σύρου. Δίδαξε στο µεταπτυχιακό τµήµα Διοίκησης Πολιτιστικών Μονάδων του Ε.Α.Π. Έχει γράψει µονογραφίες, άρθρα και βιβλία, µεταξύ των οποίων: Πολιτική του Πολιτισμού. Ευρώπη & Ελλάδα στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα (Πατάκης, 2014), «La politique culturelle de la Grèce», στο Ph. Poirrier (επιµ.), Pour une histoire des politiques culturelles dans le monde 1945-2011 (La documentation Française, 2011), «Ηγεµονία και µετα-ηγεµονία στις πολιτισµικές σπουδές», στο Γ. Βούλγαρης (επιµ.), Στα µονοπάτια του Αντόνιο Γκράµσι – Πολιτική και πολιτισµός από το έθνος-κράτος στην παγκοσµιοποίηση (Θεµέλιο, 2010), «Conceptualizing Greek Cultural Policy»,International Journal of Cultural Policy (2009), «Η Μελίνα Μερκούρη και η πολιτισµική πολιτική» και «Πολιτιστικές Πρωτεύουσες της Ευρώπης», στο Β. Βαµβακάς και Π. Παναγιωτόπουλος (επιµ.), Λεξικό της δεκαετίας του ’80 (το Πέρασµα, 2010), «Ανδρέας Παπανδρέου. Πολιτιστικό πορτρέτο», στο Β. Παναγιωτόπουλος (επιµ.), Ο Ανδρέας Παπανδρέου και η εποχή του (Ελληνικά Γράµµατα, 2009), «Le Livre en Grèce après la Deuxième Guerre Mondiale», Dictionnaire encyclopédique du livre etde l’édition (Electre, Paris 2005), Από τα Εξάρχεια στις Βρυξέλλες (Οδυσσέας, 2004), Η κρατική πολιτική βιβλίου στην Ελλάδα (Οδυσσέας, 1995).




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου